Το καλύτερο πράγμα, μετά το ”να παίζεις και να κερδίζεις”, είναι το ”να παίζεις και να χάνεις”…

Το καλύτερο πράγμα, μετά το ”να παίζεις και να κερδίζεις”, είναι το ”να παίζεις και να χάνεις”…

Τα παιδιά έχουν μία έμφυτη τάση για περιπέτεια και παιχνίδι, η οποία εκδηλώνεται σε όλους τους τομείς της δραστηριότητάς τους. Γονείς και εκπαιδευτικοί είναι απαραίτητο να μην αδιαφορούν για το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, ούτε να το καταπιέζουν, καθώς μπορεί να αποτελέσει μία πολύ σημαντική κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη μίας πληθώρας δεξιοτήτων.

Παιχνίδια γνώσεων, στρατηγικής, άθλησης, επιδεξιότητας, ρόλων, εμπιστοσύνης παρέχουν την ευκαιρία στο παιδί να επιτύχει ένα μεγάλο σύνολο επιθυμητών στάσεων και ικανοτήτων, οι οποίες συνδέονται με το γνωστικό εμπλουτισμό, τη γλωσσική εξάσκηση, την ψυχοκινητική καλλιέργεια, την ηθική διαπαιδαγώγηση, την πειθαρχία, τη συνεργασία, την προσέγγιση ευαίσθητων θεμάτων, την αντιμετώπιση φοβιών, την αυτοπεποίθηση, την επικοινωνία και την κοινωνικοποίηση. Κεντρικός στόχος, όμως, όλων των παιχνιδιών, είναι η κάλυψη συναισθηματικών αναγκών, γεγονός που καθιστά όλα τα παιχνίδια, ακόμα και αυτά που στηρίζονται αποκλειστικά στην τύχη, χρήσιμα.

Αναγκαία προϋπόθεση βέβαια για να προκύπτουν οφέλη για το παιδί είναι η συμμετοχή του στο παιχνίδι να γίνεται αυτοβούλως και όχι εξαναγκαστικά. Σε αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί πως και το ελεύθερο παιχνίδι, που διοργανώνεται απ’ τα ίδια τα παιδιά, έχει μεγάλη χρησιμότητα και ουσία, καθώς προσφέρει την ευκαιρία λειτουργίας σε ένα πλαίσιο, το οποίο απαιτεί τη θέσπιση συμβάσεων κανόνων και κωδίκων, εκκινώντας από το μηδέν.


«Γύρω-γύρω όλοι», Συμεών Σαββίδης, 1908 μ.Χ.

Το παιχνίδι επιτρέπει την ομαλή ανάπτυξη των παιδιών, διότι μέσα από την πραγματοποίησή τους, αυτά διοχετεύουν τη διαρκώς συσσωρευόμενη τους ενέργεια και ικανοποιούν εσωτερικές τους ανάγκες. Παιδιά που έχουν στερηθεί το παιχνίδι, παρουσιάζουν σε μεγαλύτερη ηλικία ψυχολογικά κενά και απωθημένα. Όσοι διαδραματίζουμε βασικό ρόλο στη ζωή των νέων πρέπει να καταλάβουμε πως αυτοί είναι πρώτα άνθρωποι και μετά μαθητές. Έτσι, κρίνεται απαραίτητο τόσο να αξιοποιούμε το παιχνίδι στις ακαδημαϊκές διαδικασίες, όσο και να παρέχουμε καθαρό χρόνο στα παιδιά για ενασχόληση με παιχνίδια της επιλογής τους. Το πόσο σημαντικό είναι το παιχνίδι για τα παιδιά μπορεί να φανεί και από τις σχετικές επιθυμίες για ψυχαγωγία των ενηλίκων, αλλά και από τη μελέτη των ιστορικών στοιχείων.

Σε όλες τις εποχές, ακόμα και σε αυτές των πολέμων και της απόλυτης φτώχειας, το παιχνίδι δεν έπαυε να υπάρχει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το παιχνίδι ποδοσφαίρου που διοργανώθηκε τα Χριστούγεννα του 1914 (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος) στα χαρακώματα του Δυτικού Μετώπου από Γερμανούς και Βρετανούς στρατιώτες, οι οποίοι αψήφησαν τις αντίθετες εντολές των ανωτέρων τους. Χιλιάδες άλλα παραδείγματα μπορούν να παρουσιάσουν επιπρόσθετα οι γονείς και οι παππούδες μας, οι οποίοι έχουν να θυμούνται από περιόδους κοινωνικής εξαθλίωσης και πολιτικών αναταραχών βιώματα που σχετίζονται με το κυνηγητό, το κρυφτό, την αμπάριζα, το τζαμί, το κουτσό και τα πεντόβολα.

Ανάλογες αναμνήσεις με αυτές των παλαιοτέρων οφείλουμε δάσκαλοι και γονείς να διασφαλίσουμε και για τα σημερινά παιδιά. Δομώντας κατάλληλα φιλικά και άνετα περιβάλλοντα πολυαισθητηριακής διέγερσης και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες κλίσεις των μαθητών μπορούμε να εκτοπίσουμε τα πληκτικά τους συναισθήματα και μέσω παιγνιωδών καταστάσεων να τους οδηγήσουμε σε πρακτικές έμπνευσης, δημιουργίας και ανακάλυψης. Λειτουργώντας ως καθοδηγητές, «ενθαρρυντές», «σεναριογράφοι» και «διαιτητές» του πραγματικού παιχνιδιού, έχουμε τη δυνατότητα να εκγυμνάσουμε σωματικά και πνευματικά τα παιδιά και να τα απομακρύνουμε από την αναζήτηση υποκατάστατων απολαύσεων στις οθόνες των υπολογιστών. Ένα πλαίσιο που δε δίνει έμφαση στο ποιος είναι καλός και ποιος όχι στην εκάστοτε δραστηριότητα, αλλά παρακινούνται όλοι για πράξη, κινούμενοι σε κατευθύνσεις αλληλεγγύης, αλληλοσεβασμού και ευγενούς άμιλλας.

Κρίσιμες παράμετροι, σε αυτές τις διαδικασίες, που πρέπει να έχουμε κατά νου, είναι η παροχή σαφών οδηγιών στους μαθητές για τους κανόνες του παιχνιδιού και η διαμόρφωση ενός επιπέδου δυσκολίας που θα βρίσκεται σε συμφωνία με τη ζώνη επικείμενης ανάπτυξης του κάθε παιδιού. Αυτό σημαίνει πως το παιχνίδι θα πρέπει να είναι τόσο δύσκολο και σύνθετο, όσο εύκολο και απλό για όλους τους συμμετέχοντες, προκειμένου να μη χάνεται το ενδιαφέρον κανενός, είτε εξαιτίας της απόγνωσης από τη μία, είτε λόγω της ανίας από την άλλη πλευρά.

Για την εκπλήρωση της συγκεκριμένης προϋπόθεσης, αλλά και με σκοπό την ορθή ενδεχόμενη ένταξη του παιδιού στα ακαδημαϊκά δρώμενα, ο καθοδηγητής πρέπει να αυτοαξιολογείται συνεχώς στη βάση του έργου και των στρατηγικών του και μεταγνωστικά να αναδιαμορφώνει τις ενέργειές του.

Ολοκληρώνοντας, αξίζει να επισημανθεί η αναγκαιότητα γονείς και εκπαιδευτικοί να παραμερίζουν προσωπικά τους προβλήματα και πιθανά αισθήματα πλήξης και όντας ενεργοί μέτοχοι των παιγνιωδών καταστάσεων να στοχεύουν στην ανατροφή χαρούμενων και ψυχικά «γεμάτων» παιδιών.

«Το παιχνίδι είναι το ξεφάντωμα του εφικτού» MartinBuber, 1878-1965 μ.Χ., Αυστροεβραίος Φιλόσοφος

ΧΡΗΣΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Δάσκαλος Δημοτικής Εκπαίδευσης (MSc στην Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση)

Facebook Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *