Νοητική Υστέρηση: Προσεγγίσεις Παιδαγωγικού & Διδακτικού Χαρακτήρα

Νοητική Υστέρηση: Προσεγγίσεις Παιδαγωγικού & Διδακτικού Χαρακτήρα

Η διαφορετικότητα ίσως είναι το πιο δύσκολο πράγμα που υπάρχει σε μια κοινωνία, αλλά μπορεί να είναι και το πιο επικίνδυνο αν δεν υπάρχει, William Sloane Coffin

Απαραίτητη προϋπόθεση για τη για τη διευκόλυνση της διδασκαλίας, του κοινωνικού προγραμματισμού και της έρευνας συνιστά η ταξινόμηση των ατόμων αυτών σε ομάδες – υποκατηγορίες, στις οποίες θα συγκαταλέγονται όσο είναι εφικτό, σε ομοιογενείς περιπτώσεις. Βέβαια, η υιοθέτηση ενός κοινώς αποδεκτού ταξινομικού συστήματος είναι ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς υπάρχει έντονο το στοιχείο της μεταβλητότητας στο φάσμα των δυνατοτήτων του εκάστοτε παιδιού με νοητική υστέρηση.


Η Αμερικανική Εταιρία για τις Νοητικές και Αναπτυξιακές Δυσκολίες (AAMR) προχώρησε σε ένα σύστημα κατηγοριοποίησης των ατόμων με νοητική υστέρηση και διαμόρφωσε τα επίπεδα νοητικών δυσκολιών με βάση το βαθμό σοβαρότητας της νοητικής ανεπάρκειας, εστιάζοντας περισσότερο στις δυνατότητες παρά στις αδυναμίες των ατόμων αυτών. Βασίστηκε, ακόμη, στην ανάγκη για υποστήριξή τους, κάτι που επέφερε την ευρέως αποδοχή του εν λόγω συστήματος.


Σύμφωνα με το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM – 5) της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας και τη Διεθνή Ταξινόμηση των Νόσων (ICD – 9- CM), τα επίπεδα της νοητικής υστέρησης παρουσιάζονται ως εξής:

  1. Ελαφριά / Ήπια νοητική υστέρηση ( IQ: 50-55 έως 70)
  2. Μέτρια νοητική υστέρηση ( IQ: 35-40 έως 50-55)
  3. Βαριά νοητική υστέρηση ( IQ: 20-25 έως 35-40)
  4. Βαθιά ή πολύ βαθιά νοητική υστέρηση ( IQ: κάτω του 20-25)

Άξιο αναφοράς; Αποτελεί το γεγονός πως μέσω της εν λόγω διαμόρφωσης των επιπέδων νοητικής υστέρησης, επέρχεται η διευκόλυνση της έρευνας αλλά και της πρακτικής που αφορά την παροχή αποτελεσματικών υποστηρικτικών μέσων εκπαίδευσης και τον σχεδιασμό κατάλληλων στρατηγικών που θα στοχεύουν στην ενδυνάμωση της κοινωνικής ανάπτυξης, καθώς και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής αυτών των ατόμων.

Άλλωστε, περίπου το 80% – 85% του συνόλου των περιπτώσεων με νοητική υστέρηση ανήκει στην ομάδα με ελαφριά ή ήπια νοητική υστέρηση. Αυτά τα παιδιά είναι που συνήθως έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση στο σχολείο της γειτονιάς, με βάση την αρχή της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης, η οποία στον ελλαδικό χώρο τουλάχιστον, περιορίζεται σε μια προσπάθεια που βρίσκεται στα σπάργανά της. Μάλιστα, στα πλαίσια της συμπερίληψης αποφεύγεται κάθε προσπάθεια περιθωριοποίησης, ετικετοποίησης και στιγματισμού του ατόμου.


Η προαναφερθείσα ταξινόμηση καθίσταται ικανή να επιφέρει, τόσο θετικές, όσο και αρνητικές επιδράσεις στο εκάστοτε άτομο. Αρχικά, στα πλαίσια των ευεργετικών επιδράσεων συγκαταλέγεται η έγκυρη και λεπτομερής χαρτογράφηση των αδυναμιών και των δυνατοτήτων του παιδιού, στοχεύοντας στον σχεδιασμό ενός αποτελεσματικού προγράμματος παρέμβασης. Μείζονος σημασίας καθίσταται και η παροχή ψυχολογικής υποστήριξης εκ μέρους του/της εκπαιδευτικού, σε συνεργασία με τα την διεπιστημονική ομάδα.


Εν κατακλείδι, μια τέτοια ταξινομική πρακτική των ατόμων με νοητική υστέρηση, λαμβάνει υπόψη της το συνολικό προφίλ του εκάστοτε παιδιού, τόσο στο επίπεδο των δυσκολιών, όσο και στο επίπεδο των ικανοτήτων του. Πρόκειται δηλαδή για μια ολιστική προσέγγιση, μέσω της οποίας επιτυγχάνεται η διευκόλυνση του σχεδιασμού ενός κατάλληλου προγράμματος παρέμβασης στη σχολική τάξη με διεπιστημονικό – υποστηρικτικό περιεχόμενο, το οποίο θα συνδράμει στην ολόπλευρη ανάπτυξη και κοινωνική συναλλαγή του ατόμου στο οποίο και απευθύνεται.

Προσαρμογή σχολικού προγράμματος – Εκπαιδευτική παρέμβαση

Ως επί το πλείστον, στον εκπαιδευτικό χώρο, η σχολική φοίτηση ενός μαθητή με νοητικές δυσκολίες στο σχολείο της γειτονιάς συνιστά πρόβλημα, τόσο για τον ίδιο τον εκπαιδευτικό, όσο και για τα υπόλοιπα μέλη που παρευρίσκονται σε αυτό, διότι απαιτείται η παροχή ιδιαίτερης μεταχείρισης προς το πρόσωπό του.


Έτσι, όντας εκπαιδευτικοί και διεπόμενοι από τη φιλοσοφία της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης, πρέπει να μας καταστεί σαφές πως η
κοινωνική αποδοχή και η συμπερίληψη του εκάστοτε παιδιού με νοητική
υστέρηση είναι προαπαιτούμενο. Εν τούτοις, η αρμόζουσα κατάρτιση
και ενημέρωση του εκπαιδευτικού προσωπικού σχετικά με την ποικιλομορφία της νοητικής υστέρησης κρίνεται αναγκαία. Ταυτόχρονα,
χρήζουν μελέτης και διερεύνησης, οι διαπροσωπικές του σχέσεις (επικοινωνία με οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον, με διεπιστημονική
ομάδα).


Τα άτομα με νοητική υστέρηση εκδηλώνουν ελλείμματα σε ορισμένους τομείς, όχι σε όλους. Απλώς επιλέγουν τον δικό τους μοναδικό τρόπο, προκειμένου να εργαστούν και να περατώσουν ως ένα βαθμό την εργασία τους. Έτσι, ορισμένες εκπαιδευτικές πρακτικές που συνίσταται να ληφθούν για την βοήθεια των μαθητών με νοητική υστέρηση είναι:

  1. Η δομημένη οργάνωση των σχολικών προγραμμάτων
  2. Η παροχή και η αξιοποίηση κατάλληλου υλικοτεχνικού
    εξοπλισμού
  3. Η εφαρμογή της διαφοροποιημένης διδασκαλίας
  4. Η εφαρμογή εξατομικευμένων εκπαιδευτικών προγραμμάτων
  5. Η συνεργασία με την διεπιστημονική ομάδα

Ταυτόχρονα, για την παροχή μιας ποιοτικής διδασκαλίας, ο/η εκπαιδευτικός θα ήταν καλό να θέσει βραχυπρόθεσμους στόχους, μέσω της τεχνικής των μικρών βημάτων (βέβαια, η κατάκτηση του κάθε βήματος αποτελεί προϋπόθεση για την μετάβαση στο επόμενο – ανάλυση έργου) και έτσι σταδιακά θα οδηγηθεί ο μαθητής στην κατάκτηση του μακροπρόθεσμου στόχου.


Σε όλη αυτή την προσπάθεια, διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο η αρχή της λειτουργικότητας και η έμπρακτη αξιοποίηση των εκάστοτε δεξιοτήτων που θα γίνει κτήμα τους. Ωστόσο, για την επίτευξη όλων αυτών των στόχων, απαιτείται η προσαρμογή και η τροποποίηση των υπαρχουσών μεθόδων διδασκαλίας και η αξιοποίηση των κατάλληλων διδακτικών μέσων.


Επιπροσθέτως, το εξατομικευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα πρέπει να λάβει χώρα σε ένα δομημένο μαθησιακό περιβάλλον, στο πλαίσιο του οποίου θα είναι δυνατή η εστίαση της προσοχής του παιδιού με νοητικές δυσκολίες, ούτως ώστε να είναι πιο εύκολη η κατανόηση των εννοιών. Μάλιστα, συνίσταται η αξιοποίηση εναλλακτικών διδακτικών μεθόδων (παιχνίδι, εικαστικά, δραματοποίηση) που ξεφεύγουν από τα στενά όρια της παραδοσιακής διδασκαλίας και μέσω αυτών εξάπτεται η φαντασία των παιδιών με νοητική υστέρηση και κεντρίζεται η προσοχή και το ενδιαφέρον τους για μάθηση., η συμβολή ποικίλων τεχνικών, όπως αυτή της άσκησης και της επανάληψης κρίνεται μείζονος σημασίας εξαιτίας της ισχνής μνημονικής ικανότητας των ατόμων αυτών και ειδικά της βραχύχρονης μνήμης τους. Επιπλέον, η στρατηγική της λεκτικής διαμεσολάβησης θεωρείται πολύ βοηθητική, όπως άλλωστε και το οπτικοποιημένο υλικό (κάρτες – εικόνες) και η Νέα Τεχνολογία.


Αξιοσημείωτη κρίνεται και η παροχή κινήτρων, η συνεχής επιβράβευση
και η ανατροφοδότηση. Στο πλαίσιο της ψυχοπαιδαγωγικής παρέμβασης, η καλλιέργεια ενός θετικού – φιλικού σχολικού κλίματος αποτελεί απαραίτητη, ούτως ώστε το παιδί με νοητικές δυσκολίες να αισθανθεί ισότιμο μέλος και
κοινωνικά αποδεκτό από την πλειοψηφία τουλάχιστον. Αποτελεί προϋπόθεση η ενημέρωση της μαθητικής κοινότητας σχετικά με τη διαταραχή της νοητικής υστέρησης (τι είναι, αδυναμίες και δυνατότητες
των παιδιών), προκειμένου να συμβάλει και αυτή στην κοινωνικοποίηση του ατόμου με την εν λόγω διαταραχή, ενισχύοντας την αυτοπεποίθησή του.

Στόχοι εκπαιδευτικών προγραμμάτων

Ορισμένους από τους βασικότερους στόχους των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, οι οποίοι διαφέρουν αναλόγως του βαθμού της νοητικής υστέρησης και το κλινικό προφίλ του παιδιού είναι η γλωσσική και η ψυχοκοινωνική του ανάπτυξη.


Πιο συγκεκριμένα, στην κατηγορία της ήπιας νοητικής υστέρησης ανήκει το μεγαλύτερο ποσοστό των ατόμων που διέπονται από αυτή την διαταραχή. Διακρίνονται για τον αργό ρυθμό μάθησης τους, καθώς αποκτούν τις βασικές ακαδημαϊκές δεξιότητες στην πέμπτη δημοτικού. Έτσι, πέρα από την απόκτηση των βασικών δεξιοτήτων ανάγνωσης, γραφής και αριθμητικής, επιδιώκεται και η ανάπτυξη των κοινωνικών τους δεξιοτήτων, των οποίων η συμβολή θα φανεί χρήσιμη για να επιτύχουν ένα σημαντικό βαθμό κοινωνικής και επαγγελματικής ένταξης.


Στις περιπτώσεις των ατόμων με μέτρια νοητική υστέρησης, τα εκπαιδευτικά προγράμματα παρέμβασης επιδιώκουν την κάλυψη βασικών στόχων γραμματισμού, αυτενέργειας – αυτοεξυπηρέτησης και προεπαγγελαμτικής εκπαίδευσης. Στον αντίποδα, άτομα με βαριά νοητική υστέρηση, χρήζουν συνεχής υποστήριξης – καθοδήγησης λόγω των ποικίλων δυσκολιών με τις οποίες έρχονται αντιμέτωπα καθημερινά. Ως στόχος τίθεται η κατάκτηση ενός μεγαλύτερου βαθμού αυτονομίας, η οποία θα τους εξασφαλίσει την λειτουργικότητα στις στοιχειώδεις δεξιότητες που απαιτεί η καθημερινότητα.

Συμπεράσματα

Οι νοητικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το εκάστοτε άτομο επιφέρουν αρνητικό αντίκτυπο, τόσο στη νοητική και στη γνωστική του λειτουργία, όσο και στην προσαρμοστική του συμπεριφορά. Η νοητική υστέρηση δεν συνιστά μια στατική, αμετάβλητη κατάσταση, αλλά μεταβαλλόμενη. Μάλιστα, πιστεύεται ακράδαντα πως μπορεί να σημειωθεί η εξέλιξη των υπαρχουσών δεξιοτήτων και δυνατοτήτων του εκάστοτε ατόμου, σε σημείο βέβαια που το επιτρέπει και η μορφή της διαταραχής (ήπια, μέτρια, βαριά, βαθιά).


Εν κατακλείδι, κινούμενοι στο πλαίσιο της φιλοσοφίας της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης, συνίσταται η υιοθέτηση του μοντέλου της παιδαγωγικής της ένταξης, προκειμένου να επέλθει η κατάρριψη της διάκρισης και του σχολικού αποκλεισμού. Μάλιστα, η ένταξη και στη συνέχεια η συμπερίληψη των παιδιών στο σχολείο της γειτονιάς, ανεξαρτήτου της μορφής της διαφορετικότητας που τα διέπει, αποτελεί κυρίαρχη πολιτική. Παρόλα αυτά, πάντα θα σημειώνεται η ύπαρξη αδυναμιών και ελλείψεων σε οποιαδήποτε τομέα, οι οποίες θα δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την περάτωση αυτού του έργου (νομοθετικό έργο, έλλειψη υποδομών και μη ευέλικτων εκπαιδευτικών προγραμμάτων, περιορισμένη έως και ανύπαρκτη κατάρτιση και ενημέρωση εκπαιδευτικού προσωπικού). Χρήζει δηλαδή η ύπαρξη μιας
πιο ουσιαστικής κινητοποίησης, ούτως ώστε να μη υπάρξει μοναχά ένας υποτυπώδης νόμος περί ισότητας, αλλά να σημειωθεί η εξασφάλιση ενός ευοίωνου μέλλοντος για τα άτομα με νοητικές δυσκολίες.


Παράλληλα, καθίσταται σαφές πως η κουλτούρα και ο κοινωνικός ιστός της εκάστοτε κοινωνίας ασκεί μεγάλη επιρροή στην καθημερινότητα των ατόμων με νοητική διαταραχή. Για αυτόν τον λόγο, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση η αφύπνιση και η ευαισθητοποίηση όλων των μελών της.
Όντας εκπαιδευτικοί, κατόπιν συνεχής συνεργασίας με το οικογενειακό περιβάλλον και καταβάλλοντας συστηματική προσπάθεια με πολλή αγάπη και οπλισμένοι με τις αρετές της θέλησης, της υπομονή και της επιμονής, μπορούμε να τα καταφέρουμε και να δημιουργήσουμε ένα σχολείο, το οποίο θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στα ενδιαφέροντα του κάθε παιδιού ξεχωριστά.

Έλενα Ιωακείμ

Παιδαγωγός – Ειδική Παιδαγωγός ΜSc και Εκπαιδευτικό προσωπικό των ΚΔΑΠ ”Μεγαλώνουμε Μαζί”

Facebook Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *