Γιατί τελικά νιώθουμε; – Η αξία των συναισθημάτων

Γιατί τελικά νιώθουμε; – Η αξία των συναισθημάτων

Τι είναι τα συναισθήματα;

Αυτό το ερώτημα απασχόλησε κάθε άνθρωπο από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Φιλόσοφοι, ποιητές, ερευνητές, επιστήμονες κάθε είδους, κάθε άνθρωπος, ο οποιοσδήποτε άνθρωπος αναρωτήθηκε κάποια στιγμή στη ζωή του γιατί να νιώθει. Τι είναι τα συναισθήματα; Ίσως είναι ορμόνες λένε οι επιστήμονες, ίσως να είναι η ψυχή μας λένε οι πνευματικοί, ίσως να είναι τα μηνύματα του ασυνείδητου που ακολουθούμε για να αναπαραχθεί και να επιβιώσει το είδος μας είπαν πολλοί ψυχαναλυτές.

Στο άρθρο αυτό θα προσπαθήσουμε να παραθέσουμε όσα περισσότερα στοιχεία μπορούμε προκειμένου να κατανοήσουμε την αξία του συναισθήματος . Το πιο εντυπωσιακό, πάντως, κομμάτι της έρευνας αποδείχτηκε το γεγονός πως ό,τι και να είναι τελικά τα συναισθήματα δημιουργούνται πολύ νωρίτερα από όσο πιστεύουμε!


Συγκεκριμένα, από την 26η έως και την 30η εβδομάδα της κύησης αναπτύσσεται ταχύτατα η νοητική ανάπτυξη του εμβρύου και μαζί με αυτήν και τα συναισθήματά του. Η νοητική ανάπτυξη, όμως, ενός εμβρύου δεν είναι αποτέλεσμα μόνο των γονιδίων και της κληρονομικότητας. Έρευνες έδειξαν πως ο σημαντικότερος παράγοντας είναι η καθημερινή διατροφή της μητέρας, ιδιαίτερα αυτές τις καθοριστικές εβδομάδες της κύησης, σε συνδυασμό με τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Τις εβδομάδες αυτές συγκεντρώνεται ένας μεγάλος αριθμός κυττάρων στον εγκέφαλο του εμβρύου, άμεσα συνδεδεμένος με την μητρική διατροφή, τόσο μεγάλος που μία ελλιπής διατροφή μειώνει αμετάκλητα τον αριθμό των κυττάρων κατά 40%!

Πώς όμως η δημιουργία συναισθημάτων συνδέεται με τα έντονα συναισθήματα που τρέφει κάθε μωράκι με τη μητέρα του;

– Όταν το μωρό γεννηθεί, ο γιατρός θα δώσει το μωρό στη μητέρα του να το αγκαλιάσει, να νιώσει τους χτύπους της καρδιάς της ανακαλώντας τον ήχο που άκουγε τόσο καιρό μέσα στο αμνιακό σάκο αλλά και να ανταλλάξουν το πρώτο τους βλέμμα. Είναι άραγε τόσο σημαντικό αυτό; Την απάντηση μας την έδωσε ο Conrad Lorenz πειραματιζόμενος σε μικρά χηνάκια που μόλις αποφάσισαν να βγουν από το αυγό τους και να ανακαλύψουν τον κόσμο. Παρατήρησε ότι τα χηνάκια αυτά εμπιστεύτηκαν και δέθηκαν συναισθηματικά με το πρώτο έμψυχο ή άψυχο πρόσωπο ή αντικείμενο που είδαν και συνέχισαν να βλέπουν τις πρώτες 36 ώρες της ζωής τους. Η φύση, λοιπόν, μας όπλισε με την ικανότητα να εμπιστευόμαστε και να δενόμαστε μέσα σε 36 ώρες με το πρώτο πρόσωπο που θα αντικρίσουμε, θεωρώντας φυσικό το πρόσωπο αυτό να είναι η μητέρα μας. Επομένως ο γιατρός δεν δίνει το μωρό στη μητέρα μόλις γεννηθεί μόνο για να ακούσει τους χτύπους της καρδιάς της. Είναι εκείνο το πρώτο βλέμμα που θα σφραγίσει αυτόν τον μοναδικό δεσμό.


Ο Harlow, όμως, δεν πείστηκε και τόσο για αυτήν την ανεξήγητη αγάπη που τρέφουν μωρό και μητέρα. Αντίθετα, προφασίστηκε πως η αγάπη αυτή δεν είναι τίποτα μαγικό και μοναδικό αλλά μία ανάγκη του μωρού για να επιβιώσει. Η ανάγκη του μωρού να φάει, να είναι καθαρό, να είναι ασφαλές το κάνει να ”εκμεταλλεύεται” τη μητέρα του με αγάπη και από την άλλη πλευρά, οι ορμόνες της την κάνουν φανερά αδύναμη να αντισταθεί σε αυτήν την ”εκμετάλλευση”.

Για να αποδείξει τον συλλογισμό του αυτόν, σκέφτηκε αρχικά να πειραματιστεί πάνω στους αρουραίους, καταλήγοντας, τελικά, το 1958, σε ένα είδος μαϊμούς που ονομάζεται μακάκος, λόγω της μεγάλης τους ευστροφίας και στο γεγονός ότι μοιράζεται κατά 94% ίδιο DNA με τον άνθρωπο. (Το πείραμα αυτό σήμερα θεωρείται απαράδεκτο και πως ο Harlow δεν σεβάστηκε την ψυχολογία των ζώων).

Σε ένα κλουβί, λοιπόν, έβαλε μέσα μερικά νεογέννητα μαϊμουδάκια μαζί με δύο ψεύτικες ενήλικες μαϊμούδες. Η μία ήταν σιδερένια αλλά με την ίδια μορφή και ίδια εξογκώματα με την πραγματική τους μητέρα. Στο ένα της στήθος ήταν στερεωμένο ένα μπιμπερό όπου έτρεχε γάλα κάθε φορά που ένα μαϊμουδάκι θήλαζε τη ρώγα. Η δεύτερη ήταν φτιαγμένη από ειδική πετσέτα που έμοιαζε αρκετά με την υφή της πραγματικής τους μητέρας με τη διαφορά ότι στις ρώγες της δεν υπήρχε γάλα. Και εκεί, λοιπόν, που ο Harlow έστησε όλο αυτό για να μας αποδείξει ότι οι μαϊμούδες θα αγαπούσαν τη σιδερένια μαϊμού, προς μεγάλη του έκπληξη τα μαϊμουδάκια απολάμβαναν να αγκαλιάζουν, να παίζουν και να κοιμούνται με την μαϊμού από πετσέτα και πλησίαζαν την άλλη μόνο για να φάνε. Το πείραμά του μας απέδειξε τελικά για ακόμα μία φορά ότι η αγάπη του μωρού προς τη μητέρα του είναι πραγματικά ένα μαγικά όμορφα συναίσθημα που μας έδωσε η φύση χωρίς να μπορείς να το ξεγελάσεις με τεχνάσματα.

Πείραμα Harlow


Αρκεί, όμως, μόνο η αγάπη, το φαγητό, η καθαριότητα και η ασφάλεια που μπορεί να παρέχει μια μητέρα στο μωρό της για τη φυσιολογική ανάπτυξη του παιδιού τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά;

-Την απάντηση στο ερώτημα αυτό μας την έδωσε ο Len Rosenblum. Ένα χρόνο μετά το πείραμα του Harlow, ο Rosenblum παρατήρησε ότι τα μαϊμουδάκια αυτά δεν αναπτύχθηκαν τελικά και πολύ φυσιολογικά. Συγκεκριμένα, μερικά από αυτά έδειξαν στοιχεία αυτισμού και τα υπόλοιπα διαμόρφωσαν πολύ επιθετική συμπεριφορά, έγιναν άκρως αντικοινωνικά και καμία μαϊμού δεν εμφάνισε σεξουαλική επιθυμία. Αυτή η ανάπτυξή τους προβλημάτισε τόσο πολύ τον Rosenblum ο οποίος αφιερώθηκε σε εκτεταμένες μελέτες για να μας πει τελικά το 1984 πως η σωστή ανάπτυξη, σωματική και ψυχολογική, ενός μωρού, πέρα από αυτά, χρειάζεται και την αφή, την κίνηση και το παιχνίδι. Το λάθος, επομένως, του Harlow ήταν πως η προσομοίωση της αληθινής μαϊμούς δεν μπορούσε να κουνηθεί και να παίξει με τα μικρά μαϊμουδάκια.


Έξι χρόνια αργότερα, το 1992, οι Schneider et al προχώρησαν το πείραμα αυτό ένα βήμα παρακάτω. Απόρησαν εάν το στρες της εγκυμονούσας ακόμα μητέρας παίζει σημαντικό ρόλο για τη σωματική και ψυχολογική ανάπτυξη του μωρού μετέπειτα. Έτσι, λοιπόν, πήραν μερικές εγκυμονούσες μαϊμούδες επιμένοντας στο είδος μακάκος, και τις τοποθέτησαν σε ένα ξεχωριστό απομονωμένο κλουβί στο οποίο συχνά τις τρόμαζε ένας δυνατός θόρυβος που εσκεμμένα προκαλούσαν οι ερευνητές. Συνειδητοποίησαν ότι το στρες της εγκυμονούσας μητέρας είναι καθοριστικό για την ανάπτυξη του μωρού όταν γέννησαν τα μαϊμουδάκια τους. Όλα γεννήθηκαν με χαμηλότερο βάρος από αυτό που έπρεπε. Επιπλέον, είδαν ανησυχητικά αποτελέσματα στη σωματική και κινητική τους ανάπτυξη καθώς και μεγάλη ανικανότητα στο να διατηρήσουν την προσοχή τους σε κάτι. Τέλος, όταν τα μαϊμουδάκια αυτά αφήνονταν ελεύθερα στο χώρο δεν είχαν καμία διάθεση να εξερευνήσουν το μέρος.


Ο John Bowlby εισήγαγε την έννοια της προσκόλλησης. Ο βρετανός ψυχίατρος ήταν ο πρώτος που υποστήριξε πως όλα τα μωρά έχουν την έμφυτη ανάγκη να δεθούν συναισθηματικά με έναν ή δύο ανθρώπους που τους θεωρούν σημαντικούς και υπάρχουν σε καθημερινή βάση στη ζωή τους. Η Mary Ainsworth όμως, το 1970, συμπλήρωσε πως όντως κάθε μωρό έχει την ίδια έμφυτη ανάγκη για προσκόλληση, το είδος προσκόλλησης που θα αναπτύξει ωστόσο, εξαρτάται αποκλειστικά από τη μητέρα του (τον πιο κοντινό του άνθρωπο που το φροντίζει) και είναι καθοριστικό για τα συναισθήματα που θα αναπτύξει στην υπόλοιπη ζωή του.

Ας μιλήσουμε τέλος, για ένα απρόβλεπτο άλμα συναισθημάτων που κάνει κάθε παιδί σε μικρή ηλικία. Από την ηλικία περίπου των τριών ετών και για κάποια χρόνια (συνήθως μέχρι τα έξι) τα αγόρια παρουσιάζουν μια απομάκρυνση από τον πατέρα και τα κορίτσια από τη μητέρα. Αυτό το τόσο παράξενο που συμβαίνει στα παιδιά σε εκείνες τις ηλικίες ο Φρόυντ το ονόμασε Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα για τα αγόρια και Σύμπλεγμα της Ηλέκτρας για τα κορίτσια επηρεαζόμενος, φυσικά, από την ελληνική μυθολογία.

Κατά το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα ένα αγόρι έχει προσκόλληση στη μητέρα του και ανταγωνίζεται τον πατέρα του για τη μητρική προσοχή. Αντίστοιχα, το σύμπλεγμα της Ηλέκτρας είναι η προσκόλληση της κόρης στον πατέρα και ο ανταγωνισμός με τη μητέρα. Περίπου στην ηλικία των τριών το παιδί αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει μια διαφορά μεταξύ της μητέρας του και του πατέρα του και συνειδητοποιεί ότι μοιάζει πιο πολύ με έναν από τους δύο (αντίληψη φύλου). Η μη ομαλή μετάβαση στο στάδιο αυτό μπορεί να οδηγήσει σε δυσκολία ταυτοποίησης του φύλου από το ίδιο το άτομο.

Σταδιακά το παιδί καταλαβαίνει ότι η μητέρα μοιράζει την αγάπη της ανάμεσα σε αυτό και τον πατέρα και από εκεί που ήταν προσκολλημένο στο γονιό αντίθετου φύλου, στρέφεται τώρα προς τον γονιό του ίδιου φύλου, με τη σκέψη πως αν ταυτιστεί μαζί του θα κερδίσει το ενδιαφέρον, την προσοχή και την αγάπη του γονέα ίδιου φύλου, κάτι που επεδίωκε εξαρχής. Σε αυτό το στάδιο το παιδί αποκτά πολλά από τα χαρακτηριστικά του φύλου του, όπως για παράδειγμα τα κορίτσια το ενδιαφέρον τους για πιο θηλυκά πράγματα και τα αγόρια  για πιο αντρικές ασχολίες. Αυτό οδηγεί το παιδί στο να επιστρέψει στον γονέα αντίθετου φύλου και να τον αντιμετωπίσει ως μια ξεχωριστή προσωπικότητα και οντότητα. Η μη ομαλή μετάβαση από το ένα στάδιο στο άλλο σε αυτό σημείο μπορεί να οδηγήσει σε μελλοντική περιφρόνηση και μια αίσθηση κυριαρχίας πάνω στο αντίθετο φύλο.


-Τελικά γιατί νιώθουμε;

-Γιατί η φύση μας έκανε να νιώθουμε. Ήδη από την κοιλιά της μητέρας μας η φύση προνόησε ώστε να αρχίσουμε να δημιουργούμε τα πρώτα μας συναισθήματα. Γεννηθήκαμε για να νιώθουμε θυμό, θλίψη, χαρά, αγάπη. Κυρίως αγάπη. Γεννηθήκαμε και χρειαζόμαστε αφή, κίνηση και παιχνίδι. Τα παιδιά γελάνε περίπου 400 φορές την ημέρα ενώ ένας ενήλικας μόνο 15.

''Αν θέλετε πραγματικά να μάθετε γιατί νιώθουμε, αφήστε τον εαυτό σας να νιώσει''
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΜΑΝΩΛΙΔΟΥ

Προπονήτρια Taekwondo και εκπαιδευτικό προσωπικό των ΚΔΑΠ ”Μεγαλώνουμε Μαζί”

Facebook Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *